Sunday, August 28, 2016

Πρόλογος

...και αφού τελείωσαν

ξήλωσαν βιαστικά

λίγο ουρανό να σκουπιστούν

γυρίσανε πλευρό και πέθαναν

και κανείς

ποτέ

δεν ξαναμίλησε

γι' αυτούς

Wednesday, August 24, 2016

Προστακτική


Γλύψε και σκίσε με

Ήσυχα
Γλυκά, όπως υπάρχεις

Πέτρα καμμένη στα νερά

Σάλιο και προσευχή

Πέρα για πέρα ανάλγητη

Άλικη, θεριεμένη

Γείρε και χτίσου πάνω μου

Γείρε και γύρω γίνε 
αχόρταγος και λιμασμένος άνεμος

και πάρε με στον διάολο μαζί σου


Δεν θα 'μαι εδώ για πάντα, ξέρεις
Ν' ακούω καρτερικά το γέλιο σου ν' ανθίζει και να χύνεται
απο τις γρίλιες του κλιματιστικού
Ή να θρηνείς ψιθυριστά πίσω απ' την πόρτα της κατάψυξης


Δεν θα 'μαι εδώ για πάντα


Σκάσε λοιπόν και σκίσε με


Ήσυχα

Κρυφά

Όπως υπάρχεις

Friday, February 27, 2015

Πλημμυρίδα

Ζούμε για ν' αγαπούμε

Μα ανασαίνουμε ήσυχα

Όπως ταιριάζει στους τυφλούς ή στα αδέσποτα σκυλιά

Και όποτε βρέχει

''Θα λιώσω'' λέμε

Σκύβοντας κόσμια το κεφάλι

Κόσμια ως ανασαίνουμε

Και κόσμια ως ξεχνούμε

όλες τις θάλασσες 

Μας βρίσκουν ανελέητα τα κύμματα

Μας παίρνουν λες και είμαστε παιδιά

Κι όλο αποκοιμιόμαστε

Κι όλο στραβοξυπνάμε

Χέρια, μαλλιά, μουσκίδι

Άμμος στα μάτια

Λάσπη στο μπρίκι

Και γύρω οι άνθρωποι κοιτούν

"Καλημέρα" λέμε

Τραβώντας μουδιασμένοι για το διάολο

Σηκώνουμε το βλέμμα στα πουλιά

Και κάνουμε πως καταλαβαίνουμε

Εάν η μέρα ξεκινά 

ή αν ξανατελειώνει

Thursday, February 5, 2015

Ακίνητο

Έχω ένα σπίτι για να ζω
Ένα τραπέζι
Δύο φτηνές καρέκλες

Και δυο γυμνά παράθυρα 
με θέα στην Αφροδίτη

Πρόστυχη γωνιά στα χωράφια του πλανήτη
Δύσκολα βράδια
Κίτρινοι καιροι
Ούζο και τηλεμάρκετινγκ

Τις ώρες του πνιγμού έρχονται πάντα επισκέπτες
Βλάσφημες, ανάπηρες παρομοιώσεις στον διάδρομο
Καπνός στα μάτια
Μία Τετάρτη ή Κυριακή λιπόθυμη στο μπάνιο
Κι ο ταπεινός αγγελιοφόρος μιας ανθρωπότητας
Γλυκιάς
Πονετικής και ασφυκτιούσας
Στην κουζίνα μου

Γλυκά, πονετικά να γλύφει τα μαχαίρια

Και δεν μου λείπεις εσύ
Μου λείπει εκείνη η αχόρταγη σιωπή μετά την καταιγίδα
Τα γυάλινα μάτια μιας εποχής
Άτσαλα ερωτευμένης με τα πάντα
Κι εκείνος σου ο πρόστυχος ο αντίχειρας
Που αδιάφορα γυρνούσε τα γρανάζια της ζωής μου

Κι έτσι μέρες περνούν, μήνες ή εβδομάδες
Ξεχνάω ανθρώπους και γενέθλιες γιορτές
Γύρω οι σοβάδες στάζουν
Τα σκουπίδια εξαγριώνονται
και χιμάνε στον λαιμό μου
κάθε που πάω να κοιμηθώ
Θόρυβος και φαγούρα
Τοίχοι πάντα λευκοί ή μπεζ
Πλήκτρα σπάνε
Νεύρα σπάνε
Σκυλιά γαυγίζουν
Παιδιά γαυγίζουν

Και το ταβάνι 
Τρίζει αδιάφορα
Λυμαίνοντας τa τραγούδια των βροχών

Tuesday, February 3, 2015

Ανακάλυψη

Αποτραβηχτήκαμε ύστερα στα όμορφα καταφύγια

Κλειδώσαμε γερά τις πόρτες και ανοίξαμε το πρώτο μπουκάλι

Έξω ο κόσμος είχε πόλεμο
Ξεχαστήκαμε

Πέρασαν χίλια χρόνια πριν σε ψάξω
Σε βρήκα δίπλα μου 
Τσιγάρο στο χέρι
Βρωμοκοπούσες μωβ και ντο μινόρε

Άνοιξα βίαια τις πόρτες 
δαγκώνοντας τα χείλια
Οι άλλοι, ούρλιαζαν κάτι για θεούς 
κορώνες κι αντισώματα

Μπήκε λοιπόν το φως
βίαια - όπως μας άρμοζε

Κι επιτέλους κατάλαβα
πόσο νεκρή, πια, ήσουν

Monday, February 2, 2015

Γη

Μα εσύ με τρως σαν μαύρη, στέρφα γη
που κάποια δύναμη υστερική την καταράστηκε
μονάχη ό,τι γεννά να καίει

Και ως το τέλος των αθώων ημερών
και των γλυκών θαυμάτων
Αθάνατη, εκείνη να πεθαίνει ζωντανή

Είμαι μια ρίζα μες τα σπλάχνα σου
και καίω να γεννηθώ, μόνο μία φορα να μεγαλώσω
Να σε δω

Κι ίσως την ώρα που θα νιώσω πως κουράστηκα
-πως σ' άγγιξα κι όσο μπορουσα λάτρεψα
την αγκαλιά και την ματιά σου τη χωμάτινη -
Να γείρω τότε

Κι ο κόσμος γύρω να κοιτά, όπως πάντα κοιτούσε
Να μιλά, να περπατά και να ιδρώνει
ενώ από πάνω κι από κάτω σου θα πλέω για πάντα πια
Θα βρέχει τότε και θα βρέχω
Πάνω και κάτω σου θα βρέχω
μέχρι να ξημερώσει να με πίνεις

Και η αγάπη θ' ανατέλλει απ' τα πλακάκια της τουαλέτας
Κι απ' τα κελιά των ήσυχων και ηλιόλουστων θανάτων
οι ισοβίτες θα μετρούν τη θάλασσα με αίμα
Μάτια και ζωή διαμάντια, τότε
Να γείρω, τότε
Αθώα, αλλοπαρμένη αναλαμπή
στις ξεσκισμένες πλάτες ενός πλανήτη
που θα μπορούσα ν' αγαπήσω, τότε

Μα εσύ με τρως σα μαύρη, στέρφα γη
Με γδέρνεις, με πονάς
Τι άθλια, τι μίζερη κατάρα σε βαραίνει
Τόσα χρώματα και μυρωδιές να εγκυμονείς
- κι εσύ μόνο να καις
Τυφλή, χαμένη, υστερική
Σαν άδικα καμμένη
Κάποτε αγαπημένη
Στέρφα γη

Sunday, February 1, 2015

Απολογισμός

Χαθήκαμε

Γελοίοι πια
Ξαπλωμένοι σε στρώματα ανατομικά
και σε μεθύσια ανώδυνα
Αποκοιμιόμαστε

Σαν παιδιά μαλωμένα
Άγρια
Αποκαμωμένα
Ξεμακρύναμε απ' τον παράδεισο

Χαθήκαμε

Διακριτικά ξεφυσάμε τον καπνό
και κάνουμε πως ξεχάσαμε
Ήταν χειμώνας μα είχαμε άνοιξη, θυμάσαι;
Τώρα Απρίλης και με θάβουνε στο χιόνι

Χαθήκαμε λοιπόν

Βοή στη λεωφόρο και σάλιο στον ωκεανό
Βουλιάζουμε αδιάφορα
Ένα ακορντεόν λυσσάει ν' ακουστεί
Κι όλο βρέχει

Μόνο βρέχει

Wednesday, January 28, 2015

Εξομολόγηση

"Σκάψτε βαθύτερα", είπαν

"Περισσότερο απο ποτέ", είπαν

Το κάναμε

Ξημέρωνε

Κατεβάσαμε βιαστικά το πτώμα

Tο σκεπάσαμε βιαστικά

Το ξεχάσαμε βιαστικότερα

Πήραμε τον δρόμο για το σπίτι

Ανοίξαμε από μια μπύρα

Ίσα που ρουφήξαμε μια γουλιά
πριν καταλάβουμε πως ο κόσμος είχε ήδη τελειώσει

Tuesday, January 27, 2015

Υγρό

Σ' αγαπώ γιατί όταν γελάς, υπάρχεις με ομορφιά που άξιζαν θεοί
Υγρή καννίβαλος
Πλυμμένη σε ποτάμια μυθικά
Γεννημένη απο λύκων ουρλιαχτά κι απο οργασμούς πάντα σκιερούς και ματωμένους
Δόντια γυμνά
Σαγόνια βαβυλώνιες καταδίκες
Λυγμοί από πέτρα κι άμμο
Γυμνή, χωμάτινη βασίλισσα
στα τέσσερα μασώντας 
και ξερνώντας τις Γραφές
Γυμνή, σε λάγνα παραμύθια 
και σ' αρχαία νανουρίσματα
στάζεις με θράσος τα υγρά σου 
μες τα ποιήματα
Μεθάς χαμογελώντας τα παιδιά μου

Γυμνό, υγρό αρπακτικό
Απόψε μπλέ η έρημος
Οι ωκεανοί στεγνοί
Πρόστυχη συναστρία με σκεπάζει, 
πέτρα κι άμμος

Γέλα και πάρε με

Monday, January 26, 2015

Θριαμβικό

Οι έκπτωτοι πάντα νικούν
Το γράφουν τα βιβλία και οι μαυροπίνακες
Πέφτουν και φεύγουν και τσακίζονται
γυμνοί στα στενοσόκακα των πόλεων
Δίχως τροφή και δίχως πείνα οι έκπτωτοι
Σιχάθηκαν τις γλώσσες τους να χώνουν σε κουφάρια
Κι έτσι όλο πέφτουν
και φεύγουν προς τα πάνω, από ψηλά

Μα κάποτε απ' τα αναίσχυντα 
κι αδιάκοπα γαμήσια τ' ουρανού
έρχονται και ζαρώνουν και στεγνώνουν

Και θυμούνται

Γρήγορα αλλάζουν σε παλιούς χαρταετούς, τότε
κι αποκοιμιούνται στα κλαδιά των νεραντζιών

Ναι ρε μαλάκα, στα κλαδιά των νεραντζιών

Οι έκπτωτοι λοιπόν, πάντα νικούν
Και το πρωί, χαμένοι πια πέρα για πέρα
Κατεβαίνουν απ' τα δέντρα και ζυγίζουν λιγότερο
Διακριτικά γλύφουν τα χείλη τους
Διακριτικά ξεκινούν για την κάβα

Saturday, January 3, 2015

Σκόνη

Κανείς δεν ασχολείται πια
και βαριέμαι να κρυφτώ ή να κλάψω, πια
Παράσιτο και θόρυβος
Αρρώστια και χρησμός σε ιστορία ανείπωτη
Πάντοτε αστρολουσμένης
Πάντα πνιγμένης στα σκατά
Τραγούδια σκόνη
Δάχτυλα σκόνη και νύχια στα δόντια

Φοβάμαι ρε μαλάκα
Έχω μια τρύπα στο μέτωπο
Ο αέρας φυσά και παγώνω
Κόκκαλο στο σαλόνι
Γνέφω σα βλάκας στις εποχές
όταν έρχονται
κι όταν φεύγουν

Κάπου διάβασα για μια σπάνια, τυχαία κάθοδο
Βελούδινη κάθοδο  
Mες τα χαλίκια του κόσμου
Έρωτας και οργασμός αγνώστου
Πάχνη του πρωινού
Tραγούδια πουλιών
Μια υστερία ουράνια
Μέλι και τοκετός

Και τι σημασία έχει

Κατήντησα μισός

Να σκάβω σαν παιδί τον ουρανό

Monday, December 22, 2014

Υπνοβασία

Οι νεκροί δε θυμούνται
Μόνο κοιμούνται
Όλο κοιμούνται

Κάπου και πού ξυπνούν κι αναρωτιούνται
Ποιος και γιατί και πώς
τους είπε να κοιμούνται
Ύστερα η γη γυρνά κι όλοι παρηγοριούνται
Ανώδυνα κι απόλυτα ξεχνιούνται
Ανώδυνα κι απόλυτα ξεχνούν 

Γυρνούν πλευρό κι αλλάζουν οι εποχές
Τα μάτια τους μικρά, θαμπά γυαλιά
Άστοχα καρφωμένα σε κάτωχρα κρανία
Και μες τα ραμμένα στόματα
Γλώσσες βελόνες και σιελόρροια
Σήμερα, χτες και πάντα
 
Και οι ωκεανοί μουσκεύουν γνώριμες ακτές Το βλέμμα της στραμμένο   
σε λουλούδια ή σε καθρέφτες
Μια μοναξιά αλύπητη απλώνοντας τα ρούχα
ή κάθε που σου λέει "καληνύχτα"

Ενώ φεγγάρια δολοφόνοι λούζουν
με φως και μαχαιριές τα μαξιλάρια


Wednesday, December 10, 2014

Μετακόμιση

...και πάμε.

Μαζεύω τα χαζά μας ποιηματάκια
Ευχές, τραγούδια, προσευχές
Ένα ζεστό φθινόπωρο 
και μια μαύρη κιθάρα
Μαζεύω τα γυμνά σου ποδαράκια
Τα βήματα σου τ' άγαρμπα 
μόλις ξυπνούσες
Το βρωμερό σου χνώτο
και τις τσίμπλες σου
Μαζεύω 
Το παρκέ του δωματίου μας
Τις γούβες του που μέτραγα
πατώντας μεθυσμένος
ξεβράκωτος κι ερωτευμένος
ψάχνοντας τα μαλλιά σου να κρυφτώ
Το βυσσινί το πάπλωμα μαζεύω
Το βρώμικο σεντόνι
Τα κλάμματα και τα ουρλιαχτά μαζεύω
Τ' άδεια μπουκάλια μας και το τασάκι το βαρύ
Μαζεύω
Δυο πόστερ καλλιτεχνικά
Δυο ακόρντα ξεσκισμένα
Του μπάνιου τα γυαλιστερά πλακάκια
Του πάγκου της κουζίνας τις λαδιές
Τη σόμπα που αποδήμησε στα μέσα ενός Γενάρη
Το κρύο, τον ιδρώτα, τον καπνό μαζεύω
Τη σκόνη που χαράζαμε - αδέξια ραβασάκια
Τις μυρωδιές μαζεύω
Τις κουρτίνες και μια φωτογραφία μας μαζεύω
και βγαίνω στον δρόμο φορτωμένος

Με τόσο φως στην πλάτη
μάλλον θα με περάσουν για τρελό

Monday, December 8, 2014

Δέσμια Πτώση

Μπήκε μέσα φουριόζα - ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πέταξε τα κλειδιά της στο κρεβάτι, δίπλα στα πόδια του και γονάτισε μπροστά στον ανεμιστήρα.

"Βράζω" είπε και ξεφύσηξε ορμητικά, σχεδόν αγανακτισμένα.

"Μπορείς να μου πεις πού στο διάολο ήσουν; Υποτίθεται θα πεταγόσουν μέχρι το περίπτερο". 
Η φωνή του ήταν σιγανή και κάπως αδιάφορη, σχεδόν δεν καταλάβαινες ότι είχε θυμώσει - αν είχε θυμώσει.

Εκείνη δεν απάντησε. Σαν σε νιρβάνα, με το στόμα της σχεδόν ορθάνοιχτο περιέστρεφε αργά το κεφάλι της λες και είχε βαλθεί να ρουφήξει κάθε κυβικό εκατοστό χλιαρού αέρα που έφτυνε προς το μέρος της ο πλαστικός ανεμιστήρας.

"Πέρασαν δύο ώρες", συνέχισε εκείνος.
"Κάτι προέκυψε", του απάντησε απότομα σχεδόν διακόπτοντας τον.
"Ν' ανησυχήσω;"
Γύρισε προς το μέρος του και του χαμογέλασε κουρασμένα. Σηκώθηκε βαρυγκομώντας και απο την τσέπη του φουστανιού της έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Το πέταξε στο στήθος του.
"Ορίστε τα τσιγάρα σας, κύριε", είπε χαμογελώντας λίγο πλατύτερα τώρα. Εκείνος ανασηκώθηκε. Άνοιξε άτσαλα το χάρτινο πακέτο και το τέντωσε προς το μέρος της. Πήρε δίχως δισταγμό δύο απ' τα τσιγάρα. Κρατώντας το ένα στα δάχτυλα, έκατσε δίπλα του στο κρεβάτι και σφήνωσε το άλλο απαλά στα χείλη του.

Άναψαν σχεδόν ταυτόχρονα. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, δίχως ήχο. Ο πλαστικός ανεμιστήρας στο πάτωμα γύριζε βαριεστημένα αριστερά-δεξιά, αριστερά-δεξιά. Κάπνιζαν και τον παρατηρούσαν με μια προσήλωση μυστήρια και ειλικρινή. Κάποτε η στάχτη της θέριεψε, μαύρισε και προσγειώθηκε στο αριστερό της μπούτι.

Ξανασηκώθηκε και έκανε δυο βήματα προς το ανοιχτό παράθυρο. Άφησε το τσιγάρο στα χείλη της και ακούμπησε τα χέρια της στο καυτό περβάζι. "Θα με σκοτώσει αυτή η ζέστη", μουρμούρισε και τα χείλη της ίσα που χώρισαν. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε ελαφρώς το κεφάλι της προς τα πίσω. Εκείνος την χάζευε. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς ή πότε την είχε γνωρίσει - ίσως γιατί στην τελική δεν είχε και την παραμικρή σημασία. Αν κάτι είχε την παραμικρή σημασία ήταν το ότι είχαν μάθει να ανέχονται ο ένας τον άλλον. Και αυτό αποτελούσε έναν μικρό θρίαμβο - και για τους δύο.

Την χάζευε. Είχε κάτι το αρχοντικό έτσι όπως στεκόταν με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω. Το φουστάνι της ήταν πορτοκαλί και λίγο περισσότερο προκλητικό απ' όσο εκείνος γούσταρε. Ήταν χοντρούλα και ήταν κοντή. 
Γεννημένη ξανθιά, αν αυτό σήμανε ποτέ κάτι.
Την αγαπούσε, με τον τρόπο του.

Γύρισε απότομα και κοιτώντας τον ίσια στα μάτια, μίλησε: 
"Κορώνα ή γράμματα;"

Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει καπνίζοντας. Δεν απάντησε.

"Αφού ξέρω ότι το θες κι εσύ ρε, γιατί με τυρρανάς;" - η φωνή της, παιχνιδιάρικη μα και ανυπόμονα απεγνωσμένη γλυστρούσε προς το μέρος του σαν κάποιο ζαλισμένο εναέριο ερπετό. Εκείνος συνέχισε να την αγνοεί. Τώρα τον χάζευε αυτή. Ένα λεπτό, κάπως κακόμοιρο, μα ανίκητο απ' τα πολλά και τ' άλυτα παιδί, κάτι απο άντρα κι ουρανό χυμένο ως συνήθως στο κρεββάτι. Ήταν αφύσικα λεπτός και ήταν άσχημος. Τα γένια του, απεριποίητα και ξανθυμένα απ' τον καπνό σκέπαζαν το κοκκαλιάρικο στέρνο του και τα μάτια του στρέφονταν ως συνήθως σαν κάποιος βαθυπράσινος, πλαστικός και υγρός ανεμιστήρας απο την μία γωνιά του δωματίου στην άλλη, κάπως αμήχανα, εμφανώς βαριεστημένα μα πάντα καιόμενα, ενώ εκείνη προσπαθούσε να του αποσπάσει την προσοχή.

"Νομίζω ότι αρχίζω να σε μισώ" - πέταξε τις λέξεις σαν λύση εκτάκτου ανάγκης, παιδί που αποζητά την προσοχή και ψεύτρα πάντα αδέξια. Η αλήθεια ήταν πως τον αγαπούσε περισσότερο απο ποτέ.

"Παλιομαλάκα", συνέχισε, πνίγοντας κάτι σαν γέλιο και του γύρισε ξανά την πλάτη.

Με τον τρόπο της.

Εκείνος ξεφύσηξε, βγάζοντας παράλληλα τον καπνό της τελευταίας τζούρας απ' τα πνευμόνια του. Σηκώθηκε αργά και την πλησίασε. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω απ' την μέση της λίγο πριν της δώσει ένα ήσυχο φιλί στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Με το αριστερό του χέρι, κρατώντας ό,τι είχε απομείνει του τσιγάρου του, άρπαξε το δικό της και τα κράτησε πλάι-πλάι ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του. Παρατήρησε ότι το δικό της ήταν εμφανώς μεγαλύτερο. Δεν τον ένοιαζε. Το είχε πια συνηθίσει. Της ψιθύρισε "κορώνα" και πέταξε και τα δύο αποτσίγαρα κάτω, στο έρημο πεζοδρόμιο της οδού Ερινύας.

Τα μάτια της έλαμψαν και κάτι σαν ευγνωμοσύνη ξεχύθηκε απ' το βαθύ, γκρίζο βλέμμα της. Μεγάλα μάτια. Ίσως υπερβολικά μεγάλα. Τα χέρια της χύμηξαν στις τσέπες του πορτοκαλί φουστανιού μα ξαναβγήκαν άδεια. Εκείνη έδειξε να αποθαρρύνεται, για μια μόνο στιγμή. Του ξαναχαμογέλασε: "Θα ψάξω εγώ", του είπε καθώς αποτραβιόταν απ' το παράθυρο, "του πούστη, ένα κέρμα θα το βρούμε, δε μπορεί!". Την παρακολουθούσε να ψάχνει - ο ενθουσιασμός της ήταν λίγο ανησυχητικός, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά. Παρ' όλα αυτά, δεν κατάφερε ν' αντισταθεί στην γοητεία της σχεδόν παιδιάστικης αδυμονίας της, έτσι όταν τελικά ανακάλυψε ένα χάλκινο βρωμοκέρμα πίσω απ' το τραπεζάκι της τηλεόρασης, η χαρά της ήταν (έστω και για λίγο) δικιά του χαρά.

Τον πλησίασε και του έδειξε το κέρμα. Πρώτα την μία πλευρά, μετά την άλλη - σαν κακός ταχυδαχτυλουργός πριν απο κάποιο φτηνό κόλπο. Ύστερα το τίναξε στον αέρα. Παρακολουθούσαν αμίλητοι την άνοδο και την πτώση του. Κάτι πήγε να σκεφτεί για την ανθρωπότητα, μα ο μεταλλικός ήχος του κέρματος στο πάτωμα την διέκοψε. Συμμάζεψε ακαριαία τις σκέψεις της και συγκεντρώθηκε σ' αυτό που είχε πραγματικά σημασία.

"Κορώνα!", του είπε κεφάτα. "Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι;" - Ήξερε.
"Θα μου βάλεις λίγο κρασί;" την ρώτησε απαλά. Εκείνη είχε αρχίσει να ψάχνει προτού καν τελειώσει την ερώτηση του.

Βρήκε το μπουκάλι πλάι στο κομοδίνο του. Βάδισε ως τον νεροχύτη, ξέπλυνε βιαστικά ένα χαμηλό ποτήρι με την μουτσούνα του Shrek να της χαμογελά πέρα για πέρα αναίσχυντα ή αθώα και το γέμισε βιαστικά ως τα χείλη. Επιστρέφοντας στο παράθυρο έβγαλε εν κινήσει τα παπούτσια  της, τινάζοντας τα σε δύο ακαθόριστες γωνίες του δωματίου.

Εκείνος είχε ήδη πάρει την θέση του - αραχτός στο περβάζι με τα πόδια του να κρέμονται τρείς ορόφους πάνω απ' το πεζοδρόμιο της οδού Ερινύας. Γύρισε το κεφάλι του και την είδε να πλησιάζει με το ξέχειλο ποτήρι.

"Πόσες φορές σου έχω πει πως δεν μου αρέσουν τα ξέχειλα ποτήρια; Με αγχώνουν τα ξέχειλα ποτήρια, το ξέρεις".

"Συγχωρέστε με, κύριε", του αποκρίθηκε και φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη της, τράβηξε μια γερή γουλιά - "Ορίστε κύριε, συγχωρεμένη;"

"Πάντα συγχωρεμένη", μειδίασε παίρνοντας το σαχλό ποτήρι απ' το χέρι της.
 Παίρνοντας με τη σειρά του μια ακόμη γερή γουλια, έστρεψε το βλέμμα του χαμηλά, στην ακαθόριστη εκείνη θλίψη της έρημης οδού Ερινύας και ψέλλισε μονάχα: "Όλα καλά". 

Ακούμπησε το γελοίο ποτήρι  στο άσχημο περβάζι και το βλέμμα του χάθηκε. Σ' έναν βαθύ και κυανό ουρανό χάθηκε, και στο παράθυρο ενος μακρινού όσο έπρεπε διαμερίσματος χάθηκε. Το φως, λοιπόν, στο παράθυρο έσβηνε. Το φως στο παράθυρο άναβε. Έσβηνε. Άναβε. Για πάντα, θα έλεγε κάποιος ανυπόφορος, σαν και του λόγου του. Και καθώς αναρωτιόταν για το πόση τρέλα - και εδώ μιλάμε για τρέλα αγνή, καθολική - μπορούσε να να χωρέσει σ' ένα τόσο δα διαμέρισμα, το ένιωσε. 

Το σπρώξιμο ένιωσε και ήταν καλό. Απότομο και όσο δυνατό χρειαζόταν. Καθώς έπεφτε, δεν σκέφτηκε τίποτα - ποτέ του δεν κατάφερε να σκεφτεί κάτι συγκεκριμένο. Ήθελε σα κολασμένος να βιώσει έστω και φευγαλέα εκείνες τις σκηνές της ζωής του, τα επιθανάτια μονταζάκια που τόσο επίμονα του είχαν επιβάλλει πως έπρεπε να δει σαν πεθαίνει κάποιος, οποιοσδήποτε - αυτός, στην προκειμένη - μα η προσποίηση τού ήταν ανέκαθεν απεχθής.

Μετά τις πρώτες δυο-τρεις φορές κατάλαβε πως η καλύτερη προσέγγιση ήταν η πλαγία. Σε λιγότερο απο δυο δεύτερα έστριψε όσο έπρεπε το σώμα του και προσγειώθηκε με ολόκληρη την δεξιά πλευρά του στην πετρωμένη πίσσα. Δεν είχε υπάρξει ούτε μία φορα που ν' ανάψει τσιγάρο δίχως να σκεφτεί πως κάπνιζε κομμάτια δρόμων του κόσμου (μια παιδική παρανόηση που είχε πια πειστεί ότι θα τον ακολουθούσε για πάντα) - ευτυχώς για εκείνον, τέτοιες σκέψεις τις κρατούσε για τον εαυτό του. Ακόμα κι εκείνος όμως τον απόπαιρνε. Πακέτο.

Άκουσε κόκκαλα να βγαίνουν απο τις θέσεις τους και τον μουντό γδούπο της σάρκας του καθώς συνετριβόταν στην άσφαλτο. Σηκώθηκε γρήγορα, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, οι ανάσες του 'βγαίναν γρήγορα. Κοιτάχτηκε. Κατα μήκος της δεξιάς του πλευράς, θρυμματισμένα κόκκαλα είχαν σκίσει την σάρκα στο μπράτσο, τα πλευρά και την λεκάνη του. Ένα μεγάλο, προεξείχε περήφανα μέσα απ' τη θέση του δεξιού του μηρού. Ακόμη ένα, προεξείχε απ' τον καρπό του - η παλάμη του κρεμόταν σα δανεική. Δυο απ' τα δαχτυλά του είχαν παραμείνει σχετικά ανέπαφα, τα υπόλοιπα δεν είχαν πια σχήμα δαχτύλων. Αίμα παντού. Προχώρησε βιαστικά προς την εξώπορτα, προτού γεμίσει αίματα τον δρόμο. Χτύπησε το κουδούνι δίχως όνομα. Εκείνη του άνοιξε. Οι λάμπες της εισόδου ήταν καμμένες εδώ και 22 μέρες. Ακριβώς. Βρήκε στα τυφλά την πόρτα του ασανσέρ, μπήκε και πάτησε με το μέτωπο του το κουμπί με το νούμερο τρία. Κάμποσα ανούσια δεύτερα ύστερα, την είδε να τον περιμένει στην είσοδο του διαμερίσματος. Μες την καλή χαρά.

"Πώς πήγε;" τον ρώτησε και τα μάτια της έλαμπαν.
"Δε βλέπεις;"
"Έλα τώρα, αφού γουστάρεις και το ξέρεις".
Η αλήθεια ήταν ότι γούσταρε. Και το ήξερε.
"Σειρά μου, καθίκι!" του χαμογέλασε και πήρε την θέση της στο περβάζι.
Γιατί "καθίκι"; Την φρόντιζε και την χτυπούσε σπάνια - δεν καταλάβαινε.
"Κι αυτή τη φορά κοίτα να 'σαι προσεκτικότερος, εντάξει;" Η φωνή της τώρα ήταν σιγανή, σκοτεινιασμένη, αναπάντεχα διαφορετική. 
"Προχθές άκουσα την ανάσα σου την τελευταία στιγμή, μου γάμησες την έκπληξη."
Εκείνος προσπαθούσε να διακρίνει το άρρωστο διαμέρισμα στο βάθος, πίσω της -
"Φυσικά μωρό μου, θα είμαι προσεκτικότερος". είπε συνεχίζοντας να σκανάρει με το βλέμμα του τον ορίζοντα - τίποτα. Σα να 'χε εξαφανιστεί. Περίεργα πράγματα.

Την άφησε να χαλαρώσει. Συνήθως ένα-δύο λεπτά ήταν αρκετά. Αυτή τη φορά περίμενε λίγο παραπάνω. Το βλέμμα της είχε χαθεί κάπου στη μαύρη πόλη. Το χέρι της βρήκε στα τυφλά το χαριτωμένο ποτήρι. 
Το 'φερε στα χείλη της, το άδειασε και το άφησε εκεί όπου το βρήκε.
Ένιωθε χαλαρή. Ασφαλής.

Την έσπρωξε. Απότομα και όσο δυνατα χρειαζόταν. 
Αθόρυβα, όσο του είχε ζητήσει. Πήγε καλά.
Την είδε ν' ανοίγεται - χέρια και πόδια σε διάταση - σα νεκρός αστερίας. Και πάλι έπεφτε με το πρόσωπο, πάντα με το πρόσωπο. Μια-δυο φορές της είχε ζητήσει απ' έξω απ' έξω, αν δεν την πολυπείραζε να χρησιμοποιούσε κάποιο άλλο μέρος της γι' αυτή τη δουλεια.
Όχι ότι έτρεχε και τίποτα σημαντικό δηλαδή απλά, να, κάπως τον ενοχλούσε. Ανένδοτη.
Έπεφτε για περίπου τρία δεύτερα. Ύστερα διέλυσε το πρόσωπό της στην άσφαλτο. 
Την είδε να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την εξώπορτα. Άκουσε το κουδούνι. 
Της άνοιξε.

Ξανακοιτάχτηκε. Τα σκισίματα είχαν ήδη αρχίσει να επουλώνονται, το δεξί του χέρι επέστρεφε (γρηγορότερα, είναι η αλήθεια, απ' ότι περίμενε) στην φυσική του κατάσταση. 
Πεινούσε λίγο.

Όρμησε μέσα ενθουσιασμένη όπως πάντα, σχεδόν πετούσε. Το πρόσωπό της, μια άμορφη μάζα απο κομμάτια σάρκας, θρυμματισμένα κόκκαλα και ξανθά ματωμένα μαλλια.
"Σ' αγαπώ" ούρλιαξε. "Σ' αγαπώ μωρό μου!"
Έπεσε στην αγκαλιά του. Και τον αγαπούσε.

Με τον τρόπο της.



Monday, October 27, 2014

0.

3.
Και φυσικά υπάρχουνε κι αυτοί
που στις γιορτές τους ή των άλλων
καλούν στα ισόγεια υπνοδωμάτια
κακοφτιαγμένα ανθρωπάκια απο πλαστελίνη
Και θα 'ταν φυσικά υπέροχο
για τις ερωτικές επιστολές και για τους επικήδειους
αν το θυμόμασταν κάθε που ξεμεθάμε

Όσο για το πώς τυφλώθηκα
είναι μια ιστορία που μελοποιώ απ' τα οχτώ μου
ενώ πίσω απ' τους τοίχους
πουτάνες και πρεζάκια χερουβείμ έπαιζαν στα χαρτιά
τον έρωτα του πατέρα
τον έρωτα της μητέρας

2.
Και τώρα που το καλοσκέφτομαι
Εγώ ποτέ δεν θέλησα ούτε ποιήματα, ούτε στίχους
Μόνο ύψος θέλησα
Να ψηλώσω, να ψηλώσω
Όσο για να μην βλέπω τοίχους να ψηλώσω
Αστέρια να μπουκώνομαι και να ξερνάω ήλιους
Άπραγος ελεήμων, ουράνιος παρίας
Νωθρά να συμπονώ τους επι γης

Και ξέρω όσο λίγα
πως κάποιοι, πάντα θα μαζεύουν τα κομμάτια μου
απο μια τάξη μαθητών και ολοστρόγγυλων δειλών
που ούτε είδαν, ούτε ακούν
μόνο κυλούν
όλο κυλούν 
και μόνο φτάνουν
και ούτε που ήρθανε ποτέ απο πουθενά

Ταγμένοι λοιπόν εδώ ή εκεί, κάποτε σχολάσαμε

Κατεβήκαμε βιαστικά απ' τον ουρανό
και γονατίσαμε μπρος στη λεκάνη 
ψάχνοντας για θεούς και κέρματα
Μάθαμε τότε για το μίσος και τα  βαμένα βλέμματα,
τη σημασία των ρυθμικών βηματισμών,
πώς να γλύφουμε τα σύννεφα δίχως να τα πονούμε
και να φθονούμε τους νεκρούς μιας και ανασταίνονται

1.
Και τ' άλογα, σκελετωμένα απο τον χρόνο και το φως
μιας πολιτείας γλυκιάς και μακρινής
σκύβουν κι αποκοιμιούνται μπρος στις πύλες
αφού κανείς ποτέ δεν βγήκε απο 'κει

Κανείς, ποτέ δεν έζησε εκεί

Sunday, October 26, 2014

Χάρτης

Ένα πορτοκαλί μεσημέρι των εξοχικών μου χρόνων
έκρυψα τον θησαυρό μου στο ψηλότερο ντουλάπι της κουζίνας
και τον άφησα - χρόνια τον άφησα
και κόντυνα
και ξέχασα

Και όλα ήταν δύσκολα μόνο μέχρι το βράδυ του Φλεβάρη
που μου 'στείλαν συστημένη την διαθήκη μου
κι ένα μαχαίρι πλαστικό
για να αξίζει, είπαν

Κι αν κάτι μένει ακόμα να τρυπά
είναι που άλλαξα και που δεν έχω χέρια
έναν χάρτη να φτιάξω
μια νότα ή μια μυρωδιά να φτιάξω
όχι για μένα, όχι
για τον αδερφό μου ίσως
 άντε και για το σύμπαν

Κάπως και κάπου κάποιος να θυμηθεί
πόσο αδίστακτα αλυχτούν τα πεθαμένα
στις πλάτες πεθαμένων εποχών
και το αμείλικτο ροκάνισμα της ευτυχίας
στα δόντια του παιδιού

Και οι θησαυροί, σκουριά και σκόνη πια
φορτώνονται αδιάφορα
στην σκουπιδιάρα του πλανήτη
Ξέχειλα πια τα σπλάχνα της απο σινιάλα και γιορτές 
βάζει μπροστά
και προχωρά
και ξεμακραίνει